Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων
Hellenic Property Federation
Φυσικές καταστροφές, κρατική αρωγή και ασφάλιση ή τι είχες Γιάννη; Τι είχα πάντα! Του Νίκου Κεχαγιάογλου*
25/01/2026

* Ο Νίκος Κεχαγιάογλου είναι Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας Κ2 Business & Corporate Insurance, Υπεύθυνος Ανάπτυξης του προγράμματος Ασφάλισης Κτιρίων των μελών της ΠΟΜΙΔΑ, καθώς και Πρόεδρος του Συλλόγου Ζημιωθέντων από την ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ - ΠΡΟΝΟΙΑ".

Αφορμή για το σημερινό άρθρο αποτέλεσε η μεγάλη καταστροφική πλημμύρα που έπληξε τα νότια προάστια της Αττικής λίγα μέτρα πιο μακριά από την μόνιμη κατοικία μου, πλημμύρα που δυστυχώς συνοδεύτηκε και από μια ανθρώπινη τραγωδία!

Όπως βλέπουμε και βιώνουμε, τα τελευταία χρόνια ζούμε κάτι που πλέον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί έκτακτο. Πυρκαγιές, πλημμύρες, ακραία καιρικά φαινόμενα, ευτυχώς όχι σεισμοί, επαναλαμβάνονται με τέτοια συχνότητα και ένταση, ώστε η συζήτηση για την αντιμετώπισή τους πλέον δεν μπορεί να γίνεται με όρους αποσπασματικών παρεμβάσεων ή επιδομάτων ενός κράτους – πατέρα, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους δημοσίως, ότι η κλιματική κρίση έχει μετατρέψει τις φυσικές καταστροφές σε μόνιμο διαρθρωτικό κίνδυνο για την κοινωνική συνοχή και τα δημόσια οικονομικά.

Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η κρατική αρωγή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη λύση ούτε η ιδιωτική ασφάλιση ως πολυτέλεια ή ατομική επιλογή χωρίς κοινωνικό αποτύπωμα. Αντιθέτως, η σχέση κράτους – ασφάλισης – πολίτη πρέπει να επαναπροσδιοριστεί σε θεσμικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Το παρόν κείμενο αποτελεί επικαιροποίηση παλαιότερης δημόσιας τοποθέτησής μου, υπό το φως της εμπειρίας των τελευταίων ετών, της εφαρμογής του ν. 4797/2021, αλλά και των πρόσφατων νομοθετικών εξελίξεων ν. 5116/2024 περί υποχρεωτικής ασφάλισης επιχειρήσεων και 5045/2023 περί έκπτωσης ΕΝΦΙΑ. Η βασική θέση παραμένει η ίδια: Η καθολική ασφάλιση δεν υποκαθιστά το κοινωνικό κράτος αλλά το προστατεύει!

Οι φυσικές καταστροφές ως δημοσιονομικό πρόβλημα

Η συζήτηση για τις φυσικές καταστροφές στην Ελλάδα διεξάγεται -και δικαίως- σχεδόν πάντα σε ανθρωπιστικό και συναισθηματικό επίπεδο. Ας το δούμε όμως και από την οικονομική / δημοσιονομική του πλευρά:

Κάθε μεγάλη καταστροφή, απαιτεί έκτακτες πιστώσεις, απορροφά πόρους από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων, δημιουργεί απρόβλεπτες ανάγκες χρηματοδότησης, αλλά και επιβαρύνει το δημόσιο χρέος άμεσα ή έμμεσα

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο το ύψος των χρημάτων, αλλά κυρίως η αβεβαιότητα. Μπορεί το κράτος να σχεδιάσει σοβαρή αναπτυξιακή πολιτική όταν αγνοεί πόσα θα χρειαστεί να πληρώσει, πότε θα τα πληρώσει και πόσο συχνά θα τα πληρώνει;

Μήπως η κλιματική αλλαγή καταργεί την έννοια του έκτακτου καιρικού φαινομένου και το μονιμοποιεί; Μήπως αυτή η πραγματικότητα από μόνη της  καθιστά αυτό το παραδοσιακό μοντέλο κρατικής αποζημίωσης ανεπαρκές και επικίνδυνο;

Τι προσφέρει σήμερα η κρατική αρωγή

Η κρατική αρωγή ν. 4797/2021 μετά από θεομηνίες δεν συνιστά πλήρη αποζημίωση ούτε για τις κατοικίες, ούτε για τις επιχειρήσεις.

Τι προβλέπεται για τις κατοικίες:

Η στεγαστική συνδρομή έχει χαρακτήρα αποκατάστασης της βασικής λειτουργικότητας της κατοικίας και όχι πλήρους οικονομικής επανόρθωσης.  Αποτελείται από δωρεάν κρατική αρωγή και άτοκο δάνειο με την εγγύηση του δημοσίου συν επιδότηση ενοικίου και φορολογικές ελαφρύνσεις.

Η αποτίμηση γίνεται με κρατικά τιμολόγια, όχι με βάση το πραγματικό κόστος ή την αξία του ακινήτου (ΥΑ 6772/Β9β/2011). Στην ουσία πρόκειται για μηχανισμό κοινωνικής συνοχής και όχι αποζημιωτικό εργαλείο.

Καλύπτει ένα ποσοστό επί της εγκεκριμένης δαπάνης -από τις υπηρεσίες ΔΑΕΦΚ-  μεταξύ 60%-80% για μέγιστη επιφάνεια έως 150τμ. Το ποσοστό καθορίζεται κάθε φορά με ΚΥΑ και εξαρτάται από το είδος της θεομηνίας, την έκταση των ζημιών και την κατηγορία των κτηρίων που έπαθαν ζημιά. Η αρωγή καταβάλλεται τμηματικά και προϋποθέτει έλεγχο και πιστοποίηση εργασιών. Στην αρχή δίνεται μια προκαταβολή ύψους 5.000€ ή 10.000€ αναλόγως της ζημιάς (πρώτη αρωγή) η οποία συμψηφίζεται με την συνολική στεγαστική συνδρομή που θα ληφθεί, ενώ για την οικοσκευή καταβάλλονται 6000€ για πρώτη κατοικία και 3000€ για δευτερεύουσα κατοικία εφάπαξ και δεν δίνεται άλλη αποζημίωση. Αυτό το ποσό δόθηκε και για τις πρόσφατες πλημμύρες στα Νότια Προάστια. Επίσης επιδοτείται από 300€-500€ το ενοίκιο για όσο χρονικό διάστημα η κατοικία είναι μη κατοικήσιμη, με χρονικό όριο που καθορίζεται κάθε φορά με ΚΥΑ.

Το άτοκο δάνειο μπορεί να καλύψει το υπόλοιπο 20%-40% έχει διάρκεια ως 15 έτη και οι τόκοι επιβαρύνουν το Δημόσιο.

Αν το ακίνητο είναι ασφαλισμένο το κράτος καλύπτει μόνο το ποσό το οποίο είναι μη καλυπτόμενο από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Τι προβλέπεται για τις επιχειρήσεις:

Στις επιχειρήσεις, η κρατική αρωγή αφορά αποκλειστικά υλικές ζημιές και όχι τη συνολική οικονομική απώλεια. Καλύπτονται οι ζημιές στα κτήρια, τον μηχανολογικό εξοπλισμό, οι πρώτες ύλες και εμπορεύματα καθώς και λοιπά στοιχεία ενεργητικού. Δεν καλύπτεται η απώλεια εισοδήματος, τα διαφυγόντα κέρδη, τα πάγια λειτουργικά έξοδα, το κόστος καθυστέρησης επαναλειτουργίας.

Περιλαμβάνει ένα ποσό μεταξύ 2000€-4000€ το οποίο χορηγείται άμεσα χωρίς πλήρη εκτίμηση, έπειτα από την καταγραφή από τις επιτροπές κρατικής αρωγής δίνεται μια προκαταβολή 20% επί της εκτιμηθείσας ζημιάς και στο τέλος, το οποίο μπορεί να φτάσει μέχρι 4 χρόνια ή και περισσότερα,  δίνεται το υπόλοιπο ποσό το οποίο μπορεί να ανέλθει μέχρι 60%-70% της ζημιάς.

Να σημειωθεί ότι τα ποσοστά κρατικής αρωγής δεν κατοχυρώνονται νομοθετικά ως δικαίωμα, αλλά προκύπτουν από εφαρμοστικές αποφάσεις, ΚΥΑ,  και τη μέχρι σήμερα διοικητική πρακτική. Το κράτος δεν αποζημιώνει πλήρως, αλλά συνεισφέρει επικουρικά.

Το πραγματικό κοινωνικό κόστος του ανασφάλιστου σε σύγκριση με το όφελος που προσφέρουν οι ασφαλισμένοι.

Ο ανασφάλιστος δεν είναι απλώς ένας πολίτης που δεν είχε χρήματα αλλά φορέας συλλογικού ρίσκου, διότι κάθε ανασφάλιστη περιουσία όπως είδαμε, αυξάνει το βάρος του προϋπολογισμού, απαιτεί δημιουργία διοικητικών μηχανισμών εξυπηρέτησης και κατανομής των κρατικών αρωγών, καθυστερεί την αποκατάσταση και απορροφά αναπτυξιακούς πόρους.

Αντίθετα, ο ασφαλισμένος, ενεργοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια, μειώνει κατά πολύ την ανάγκη κρατικής παρέμβασης, επιταχύνει την οικονομική ανάκαμψη και ενισχύει άμεσα τα δημόσια έσοδα.

Ας δούμε ένα παράδειγμα μιας κατοικίας η οποία ανήκει σε έναν ανασφάλιστο πολίτη,  η οποία κρίνεται ακατοίκητη από ένα οποιοδήποτε καταστροφικό φαινόμενο (πυρκαγιά, πλημμύρα, σεισμό κλπ). Αν το σπίτι αξίζει 100.000€ ο πολίτης αυτός θα εισπράξει από το κράτος -σε βάθος τετραετίας όπως προβλέπεται-περίπου 60.000€-70.000€ εφόσον συμφωνούν τα κρατικά τιμολόγια. Επίσης θα έχει πρόσβαση σε άτοκο δάνειο με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, επιδότηση ενοικίου, αναστολή φορολογικών υποχρεώσεων καθώς και άλλες κοστοβόρες για τον κρατικό προϋπολογισμό διευκολύνσεις.

Αντιθέτως αυτό το σπίτι αν ήταν ασφαλισμένο -με κόστος 150€ τον χρόνο περίπου- θα ενεργοποιούσε άμεσα τον αποζημιωτικό μηχανισμό της ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία ήδη θα είχε αντασφαλισμένο τον κίνδυνο, είναι πολύ πιθανόν τα χρήματα να τα έπαιρνε άμεσα χωρίς καμία χρονοτριβή και στο ακέραιο της αποζημίωσης, ενώ από την κρατική αρωγή θα λάμβανε μόνο την επιδότηση ενοικίου αν δεν την προέβλεπε κι αυτήν το συμβόλαιό του, καθώς και κάποια αναστολή φορολογικών υποχρεώσεων. Τα χρήματα αυτά όμως που θα λάμβανε ό κρατικός προϋπολογισμός από αυτόν τον πολίτη θα ήταν πολλαπλάσια, αφού για το χτίσιμο του σπιτιού του θα εισέπραττε  24% ΦΠΑ επί των υλικών, εργοδοτικές εισφορές και πολλά ακόμα οφέλη.

Αν λοιπόν για κάθε ανασφάλιστο σπίτι υπάρχει μια μέση επιβάρυνση 100.000€ για τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ για κάθε ασφαλισμένο όφελος 50.000€ τότε για κάθε 1000 σπίτια ανασφάλιστων θα είχαμε δημοσιονομικό κόστος 100εκ€ ενώ αν ήταν ασφαλισμένα, δημοσιονομικό όφελος 50εκ€. Οι συγκρίσεις είναι καταιγιστικές και είναι να απορεί κανείς γιατί δεν εφαρμόζονται αυτονόητες ρυθμίσεις που θα πάνε την χώρα μπροστά.

Συμπληρωματικά, εκτός του γεγονότος ότι δεν ανοίγεται καμία δημοσιονομική τρύπα αφού αντιθέτως σε κάθε ζημιά θα υπάρχει όφελος, η οικονομική επανεκκίνηση της πληγείσας περιοχής θα ήταν άμεση, το πολιτικό κόστος απενεργοποιημένο, η κοινωνική και μιντιακή δυσαρέσκεια στο ναδίρ, οι εξαρτήσεις από επιδόματα και ρυθμίσεις αμελητέες και απόλυτα διαχειρίσιμες. Οι πόροι που σήμερα είναι δεσμευμένοι από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων άμεσα θα κατευθύνονταν σε κοινωφελείς σκοπούς και αναπτυξιακές δράσεις εν γένει.

Οπότε το ασφαλισμένο σπίτι όχι μόνο δεν επιβαρύνει το κράτος, αλλά αντιθέτως το αποφορτίζει, αφού μεταφέρει τον κίνδυνο από τον φορολογούμενο στην ασφαλιστική αγορά και επιτρέπει στο Δημόσιο να λειτουργεί προνοητικά, κερδοφόρα και χωρίς διοικητικό φόρτο.

Η διεθνής εμπειρία: Το κράτος δεν είναι ασφαλιστής! Ελλάδα: Μικρές άτολμες ρυθμίσεις

Σε καμία σοβαρή οικονομία το κράτος δεν λειτουργεί ως βασικός αποζημιωτής φυσικών καταστροφών.

Στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία και σε πολλές άλλες χώρες η ασφάλιση αποτελεί προϋπόθεση και το κράτος λειτουργεί επικουρικά με  θεσμικό διαμοιρασμό του κινδύνου.  Όπου εφαρμόστηκαν καθολικά ή ημι-υποχρεωτικά σχήματα, μειώθηκε το δημοσιονομικό κόστος, αυξήθηκε η ταχύτητα αποκατάστασης και ενισχύθηκε η κοινωνική δικαιοσύνη

Η Ελλάδα αλλάζει – έστω αργά, έστω δειλά- κατεύθυνση, με τις  πρόσφατες παρεμβάσεις να δείχνουν σαφή τάση για υποχρεωτική ασφάλιση για μεγάλες επιχειρήσεις και φορολογικά κίνητρα για κατοικίες, ως αναγκαστική προσαρμογή στην νέα πραγματικότητα.

Από την 1η Ιουνίου 2025, με το νέο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφάλισης επιχειρήσεων (ν. 5116/2024) κάθε επιχείρηση με ετήσιο τζίρο πάνω από 500.000 € πρέπει να διαθέτει ασφαλιστήριο για φυσικές καταστροφές (σεισμούς, πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές) που καλύπτει τουλάχιστον 70 % της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων (κτίρια, εξοπλισμός, αποθέματα). Βέβαια αυτό το 70% αποτελεί μια εντελώς προβληματική συνθήκη αφού αν ακολουθηθεί κατά γράμμα δημιουργεί υπασφαλισμένες επιχειρήσεις και επακόλουθα προβληματικές αποζημιώσεις οι οποίες θα βλάψουν σημαντικά την ασφαλιστική συνείδηση η οποία υποτίθεται προσπαθεί να χτιστεί με αυτόν τον νόμο. Ο νόμος αυτός προβλέπει σημαντικά πρόστιμα στις επιχειρήσεις οι οποίες δεν συμμορφώνονται αλλά μέχρι σήμερα δεν γίνονται έλεγχοι για την εφαρμογή του νόμου. Επίσης οι ανασφάλιστες επιχειρήσεις που δεν συμμορφώθηκαν δεν δικαιούνται καμία κρατική αρωγή.

Για τις κατοικίες ισχύει από το 2024 έκπτωση 20% στον ΕΝΦΙΑ -10% για αντικειμενικές αξίες άνω των 500.000€- για όσες είναι ασφαλισμένες για τους κινδύνους πυρκαγιάς, πλημμύρας και σεισμού, μέτρο που έχει αποδώσει ελάχιστα αφού μόνο το 18% των κατοικιών είναι ασφαλισμένες. Από αυτή την έκπτωση εξαιρούνται πλήρως οι προ του 1960 κατασκευασμένες κατοικίες διότι δεν πληρούν τα κριτήρια αντισεισμικότητας. Είναι ξεκάθαρο ότι το μέτρο αυτό δεν έχει αποδώσει και είναι η ώρα  πλέον να συμβεί κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό, έτσι ώστε κράτος, πολίτες και οικονομία να βγουν πολύ σημαντικά κερδισμένοι.

Η καθολική ασφάλιση αποτελεί την πιο βιώσιμη και έξυπνη λύση. Για πιο λόγο είναι απολύτως απαραίτητη!

Φανταστείτε μια χώρα καθολικά ασφαλισμένη όπου οι πολίτες θα πλήρωναν ένα πολύ μικρότερο κόστος για την ασφάλισή τους λόγω της μαζικής  συμμετοχής, το κράτος θα επιδοτούσε την ασφάλιση όσων είχαν οικονομική αδυναμία να ανταπεξέλθουν, οι ασφαλιστικές εταιρείες θα βελτίωναν κατά πολύ τους όρους των συμβολαίων τους και: σε περίπτωση ζημιογόνων γεγονότων οι αποζημιώσεις θα καταβάλλονταν άμεσα με αποτέλεσμα η ανοικοδόμηση, με ότι αυτό συνεπάγεται, να γίνεται το συντομότερο δυνατόν με όλα τα οφέλη που περιεγράφηκαν πιο πριν. Η πολιτεία θα ήταν η πρώτη ωφελημένη, αποσυμπιεσμένη από τις πολλές υποχρεώσεις κρατικών αρωγών, διοικητικών ρυθμίσεων και κάθε λογής κρατικών παρεμβάσεων.

Φανταστείτε να ήταν το Μάτι καθολικά ασφαλισμένο! Θα είχε μετατραπεί από μια πολιτεία φάντασμα όπως είναι σήμερα, σε μια σύγχρονη πόλη γεμάτη ζωή ενέργεια και προοπτική, με το κράτος αντί να απολογείται σε κάθε αφορμή δημοσιότητας, να είχε απλώς τον συντονισμό και την υποχρέωση για κατασκευή μόνο των βασικών υποδομών στους κοινόχρηστους χώρους.

Ας δούμε και κάτι ακόμα που συμβαίνει πολύ συχνά. Καίγεται κάποιο διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία. Ο παθών είναι ανασφάλιστος με πολύ περιορισμένη οικονομική επιφάνεια. Δεν μπορεί να φτιάξει το σπίτι που το οποίο μένει ακατοίκητο και καμένο. Τα όμορα διαμερίσματα είναι υποχρεωμένα να ζούνε με την δυσοσμία του καμμένου διαμερίσματος με ότι αυτό συνεπάγεται για την υγεία των ανθρώπων που διαβιούν σε αυτά και με την ποιότητα της ζωής τους.

Σε άλλη περίπτωση, τα  5 από τα 10 διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας είναι ασφαλισμένα για σεισμό. Σε περίπτωση που το κτήριο κριθεί κόκκινο και κατεδαφιστέο οι 5 ασφαλισμένοι είναι καταδικασμένοι να μην μπορούν με τα χρήματα που θα εισπράξουν να ξαναφτιάξουν το σπίτι τους. Θα εισπράξουν μεν την αποζημίωση για την κατασκευαστική αξία, αλλά η πολυκατοικία δεν μπορεί να ξαναχτιστεί αν οι υπόλοιποι 5 δεν έχουν τα χρήματα.

Η ΠΟΜΙΔΑ έχει στηρίξει επανειλημμένα την προοπτική της καθολικής ασφάλισης, αναγνωρίζοντας ότι το κράτος δεν μπορεί να γίνει ο φυσικός εγγυητής της εκάστοτε ιδιωτικής περιουσίας και ότι ο κάθε πολίτης έχει την υποχρέωση να λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του, στην κορωνίδα των οποίων στέκεται η ασφάλισή του ως ο πλέον πρόσφορος αποζημιωτικός μηχανισμός. Γι αυτό το λόγο πολύ έγκαιρα και ‘’προφητικά’’ έχει δημιουργήσει ήδη από το 2004 το μοναδικό πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης των ακινήτων των μελών της στην Ελλάδα σε μορφή affinity group, το οποίο σήμερα έχει ανάδοχο την Interamerican (Πρόγραμμα ΠΟΜΙΔΑ – Interamerican) με πλειάδα αποζημιώσεων να έχουν σώσει ιδιοκτήτες από άλλως ανεπανόρθωτες καταστροφές των περιουσιών τους.

Η καθολική ασφάλιση κτηρίων δεν είναι ούτε χαράτσι ούτε πρόσθετη επιβάρυνση. Οι φυσικές -και όχι μόνο- καταστροφές δεν πρόκειται να σταματήσουν. Αυτό που μπορεί να αλλάξει όμως είναι ο τρόπος διαχείρισης του κόστους τους, η ταχύτητα αποκατάστασης, η κοινωνική συνοχή. Πρόκειται για αναγκαστική προσαρμογή σε μια νέα πραγματικότητα. Φανταστείτε σήμερα να μην ίσχυε η υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτων η οποία θεσμοθετήθηκε το 1974. Οι σκηνές που θα ζούσαμε καθημερινά στους δρόμους μάλλον θα θύμιζαν άγρια δύση. Έτσι λοιπόν σήμερα θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι ίδιες οι συνθήκες δημιουργούν αυτή την αναγκαιότητα η οποία θα επιλύσει κυριολεκτικά χιλιάδες φανερά και λιγότερα φανερά προβλήματα, ενισχύοντας την συλλογική και συνολική ανθεκτικότητα.

.Δυστυχώς η ελληνική πολιτεία παραδοσιακά αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές εκ των υστέρων. Δηλαδή αφού συμβούν. Αυτό το μοντέλο, όμως, είναι πλέον οικονομικά και θεσμικά μη βιώσιμο. Όσα αναλύθηκαν αλλά και η διεθνής εμπειρία δείχνουν ξεκάθαρα ότι η πρόληψη κοστίζει λιγότερο από την αποζημίωση και ότι  η ταχύτητα αποκατάστασης μειώνει το συνολικό κοινωνικό κόστος’ Όταν ένα ακίνητο είναι ασφαλισμένο ελέγχεται συχνότερα η κατάστασή του γιατί πρέπει να ικανοποιεί κάποιες προδιαγραφές ασφάλισης, οπότε ενθαρρύνονται τεχνικές βελτιώσεις και συντηρήσεις και έτσι μειώνεται το κόστος της ζημιάς.

Αντίθετα, σε ένα σύστημα όπου κυριαρχεί η κρατική αποζημίωση, η πρόληψη υποβαθμίζεται, δημιουργείται ηθικός κίνδυνος (θα πληρώσει το κράτος) και μεταφέρεται το βάρος από γενιά σε γενιά ή στο μέλλον γενικότερα.

Η ασφάλιση, ιδίως όταν είναι καθολική ή ευρείας βάσης, δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου ο κίνδυνος κατανέμεται και. το κόστος εξομαλύνεται.

Το κράτος μπορεί να εστιάσει σε αυτό που πραγματικά του αναλογεί: την πρόληψη, τις υποδομές και την κοινωνική πολιτική. Άλλωστε η φορολογία των ασφαλίστρων και των ασφαλιστικών εταιρειών θα αποδώσει πακτωλό χρημάτων στα κρατικά ταμεία, με τα οποία θα χρηματοδοτηθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Η Ελλάδα επίσης θα αναβαθμιστεί σε επίπεδο αξιοπιστίας αφού θα γίνει πιο ανθεκτική στις φυσικές καταστροφές, θα βελτιώσει το country risk profile της και θα έχει λιγότερες έκτακτες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Αυτό θα επηρεάσει θετικά την εικόνα της χώρας σε κάθε επίπεδο (αξιολογήσεις, επενδύσεις, δανεισμό κλπ)

Η μετάβαση από τη λογική της «αποζημίωσης μετά την καταστροφή» στη λογική της προληπτικής ανθεκτικότητας είναι ίσως η πιο κρίσιμη μεταρρύθμιση που πρέπει να γίνει τα επόμενα χρόνια. Και η ασφάλιση αποτελεί βασικό εργαλείο αυτής της μετάβασης.

πίσω στο αρχείο